Καλοκαιρινή απόδραση στην Άνδρο

Αν είστε από αυτούς που παραμένουν στην Αθήνα όχι από επιλογή, αλλά από ανάγκη και ονειρεύεστε να βρεθείτε στην παραλία κάποιου νησιού υπάρχει μια λύση σχετικά οικονομική και απολαυστική. Σας προτείνω να επισκεφτείτε ένα από τα πιο κοσμοπολίτικα νησιά μας, την αρχοντική Άνδρο. Και όταν λέω αρχοντική το εννοώ με την πλήρη σημασία της λέξης γιατί η αρχιτεκτονική της και η ενασχόληση των κατοίκων με τα καλλιτεχνικά δρώμενα δικαιολογούν απόλυτα αυτό τον χαρακτηρισμό.

Αποφασίσαμε πριν από 15 μέρες μια γυναικοπαρέα να πάμε ένα τριήμερο στην Άνδρο. Η γράφουσα είχε ξαναπάει πριν μια πενταετία και είχε μείνει με τις καλύτερες εντυπώσεις για ένα κυκλαδίτικο νησί που ξεχωρίζει για το ιδιαίτερα προσωπικό μη κυκλαδίτικο ύφος του. Δεν χρειάστηκαν και ιδιαίτερη δυσκολία οι άλλες δυο για να πειστούν και να σου τις καλές σου πάνω στο πλοίο έτοιμες να απολαύσουν για δύο μόνο ώρες το δροσερό αεράκι της θάλασσας και το ατελείωτο κουτσομπολιό. Τα εισιτήρια, με συμβατικό πλοίο από Ραφήνα, ιδιαίτερα φτηνά (23 ευρώ πήγαινε-έλα), ενώ για όποιον βιάζεται υπάρχουν και τα γρήγορα που κάνουν τη διαδρομή σε λιγότερο από ώρα πληρώνοντας κατιτίς παραπάνω.

Είχαμε αποφασίσει, ή μάλλον είχα αποφασίσει, να μείνουμε στο Μπατσί στο πιο γραφικό και υποτίθεται, τουλάχιστον πριν μια πενταετία, πιο κοσμοπολίτικο χωριό της Άνδρου. Με τη βοήθεια του διαδικτύου και με αρκετά τηλέφωνα καθότι και 1η Αυγούστου βρήκα ένα συμπαθητικό δωμάτιο δίπλα στη θάλασσα, και όταν γράφω δίπλα το εννοώ. Να φανταστείτε, καθότι είμαι πρωινός τύπος, έριχνα μια βουτιά στις 7 το πρωί για να ξεκινήσω τη μέρα μου κατεβαίνοντας μόνο 10 σκαλάκια. Όσον αφορά το διαμέρισμα είχε δυο δωμάτια, μια μεγάλη σαλοτραπεζαρία με ένα επίσης καναπέ κρεβάτι και κουζίνα. Ως διαμέρισμα ήταν πολύ καλό για την τιμή που πληρώναμε (70 ευρώ και οι τρεις), αλλά κυρίως για το υπέροχο μπαλκόνι που διέθετε με θέα τη παραλία του Μπατσίου. Ο κύριος-Γιώργος που είχε τα δωμάτια στο Bella Vista ήταν ιδιαίτερα εξυπηρετικός και μας είχε κλείσει και ένα αυτοκίνητο για τρεις μέρες, το οποίο μας περίμενε στο λιμάνι. Δεν είχα ξανανοικιάσει αυτοκίνητο σε νησί, το προτείνω, όμως, ανεπιφύλακτα, πλέον, όταν έχεις να πας σε κοντινά νησιά για λίγες μέρες. Για όποιον θέλει να νοικιάσει, καλό είναι να ξέρει ότι τα περισσότερα γραφεία βρίσκονται στο λιμάνι του Γαυδίου, αρκετά λιγότερα στο Μπατσί και στη Χώρα ενώ θα πρέπει, αν πάει Σαββατοκύριακο, να έχει φροντίσει να κλείσει από πριν γιατί δε θα βρει. Είναι ένα νησί που μαζεύει αρκετό κόσμο εκείνες τις ημέρες.

Σχετικά με το Μπατσί απογοητεύτηκα. Το είχα γνωρίσει με κίνηση, καλή νυχτερινή ζωή και αρκετό νεαρόκοσμο και το ξανασυνάντησα νεκρωμένο. Είναι το ιδανικό μέρος, φυσικά, για όσους έχουν μικρά παιδιά ή ενδιαφέρονται να βρίσκονται κοντά στη θάλασσα καθώς η παραλία του είναι οργανωμένη και πεντακάθαρη ενώ βρίσκεται δίπλα στις πιο γνωστές παραλίες του νησιού (Κυπρί, Αγ. Πέτρος, Χρυσή Άμμος), αλλά δυστυχώς αυτή η ηρεμία είναι ικανή να σε στείλει για ύπνο από τις 10. Η Άνδρος όμως, ευτυχώς, δεν είναι μόνο το Μπατσί. Είναι ένα μεγάλο νησί που σου προσφέρει ποικιλία εμπειριών. Την πρώτη μέρα πήγαμε στο Κόρθι, ένα χωριό, μικρογραφία του Μπατσίου, (κοντά στα 30 λεπτά διαδρομή) χωρίς τίποτα το ιδιαίτερο, ένα τυπικό τουριστικό χωριό, κυρίως για οικογένειες.

Και εκεί που είχα αρχίσει να απογοητεύομαι να σου πετιέται μπροστά μας μια ταμπέλα που μας αναπτέρωσε το πεσμένο ηθικό: “ΠΡΟΣ ΠΗΔΗΜΑ ΓΡΙΑΣ”. Εάν σε αυτό το νησί οι γριές επιδίδονται σε τέτοια σπορ, πλέον αποκτά ερευνητικό ενδιαφέρον ο ερχομός μας. Όλα μπορούν να συμβούν σε αυτό νησί και για όλα πρέπει να είσαι έτοιμος/η. Η ταμπέλα μας οδηγούσε σε ένα κατσικόδρομο, αλλά εμείς εκεί. Τι κι αν το Matiz-ακι αγκομαχούσε, εμείς με οδηγό τη γριά ονειρευόμασταν την ένδοξη ιστορία της. Και ήταν πράγματι ένδοξη. Ο μύθος λέει πως ζούσε κάποτε μία γριά στο Άνω Κάστρο, η οποία πρόδωσε τους κατοίκους στους Τούρκους και αφού σφαγιάστηκαν, εκείνη αυτοκτόνησε πέφτοντας από τον βράχο. Αυτό δεν αναμένατε και εσείς; Εμείς πάντως ούτε αυτό περιμέναμε ούτε την υπέροχη παραλία που ανοίχτηκε μπροστά μας αφού ανεβήκαμε και κατεβήκαμε δε ξέρω και εγώ πόσα κατσάβραχα με τα πόδια. Αχ ρε γριά εσύ και το πήδημα σου! Να είχε και νόημα να το καταλάβαινα. Τελοσπάντων, μη ακούτε την γκρίνια μου, απλά δεν αντέχω να ανεβαίνω ανηφόρες. Εννοείται ότι θα πάτε και η φυσική σκιά που σχηματίζουν οι βράχοι σου επιτρέπει να καθίσεις όλη την ημέρα χωρίς να κουβαλάς τίποτα άλλο εκτός από την πετσέτα, τις ρακέτες (για τους αθλητικούς) και νερό.

Το απόγευμα το αφιερώσαμε στην γευστική τοπική κουζίνα της Άνδρου καθώς εκτός από το κορμί και το στομάχι χρειάζεται άθληση. Το καλύτερο μέρος για να τη γευτείτε ονομάζεται “Μπαλκόνι του Αιγαίου”. Δε θα το βρείτε σε κανένα τουριστικό οδηγό και δεν είναι, φυσικά, κανένα από τα εστιατόρια των 4 και 5 αστέρων, ευτυχώς. Το μαθαίνεις μόνο αν ρωτήσεις του ντόπιους. Βρίσκεται περίπου 20 λεπτά από το Μπατσί σε ένα ορεινό χωριό τον Άνω Απρόβατο. Δε θα δυσκολευτείτε να το βρείτε καθώς φεύγοντας από Μπατσί και στο δρόμο για τη Χώρα μετά από ένα δεκάλεπτο θα συναντήσετε την ταμπέλα με την ονομασία του εστιατορίου. Και μετά καλό κουράγιο καθώς αρχίζει η ανάβαση με συνεχείς στροφές. Αυτό το γράφω για να μη πιείτε πολύ από το υπέροχο κρασί του, αν οδηγείτε. Η καλύτερη ώρα για να πας είναι γύρω στις 8 ώστε να πετύχεις να δεις τον ήλιο να βασιλεύει μέσα στη θάλασσα, ενώ η Άνδρος φωτίζεται για να υποδεχτεί τη νύχτα.

Το μαγαζί είναι μια κλασσική χασαποταβέρνα με ένα μπαλκόνι που δικαιώνει το όνομά του. Όλα τα προϊόντα είναι τοπικά και μάλιστα παραγωγής του ιδιοκτήτη. Μπορώ να μιλήσω με σιγουριά για την αγνή ποιότητα τους γιατί δοκιμάσαμε σχεδόν όλο τον κατάλογο: ότι σχεδόν πίτα διέθετε το μαγαζί, (όλες υπέροχες!!!) λουκάνικα τοπικά, το παραδοσιακό τυρί της Άνδρου που θυμίζει μαλακή μυζήθρα (άψογοοοοο), κολοκυθάκια τηγανητά (τι κραιπάλη!), σαλάτα με ντομάτα και αγγούρι που ήταν πραγματικά, φρουτάλια (το παραδοσιακό πιάτο τους: ομελέτα γεμισμένη με πατάτες, λουκάνικα, μαϊντανό και λίπος. Δεν εκφράζω προσωπική γνώμη, γιατί δε τρώω αυγά, αλλά οι άλλες δυο το τσακίσανε) και μπιφτέκια στα κάρβουνα (ζουμερά και αφράτα). Για το κρασί τα είπα, ενώ ο λογαριασμός για 10 πιάτα ήρθε στα 35 ευρώ. ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ!!! Μετά από αυτό το «λιτό» γεύμα αποφασίσαμε να συνεχίσουμε για βάφλες σε ένα μαγαζί στο Μπατσί που μας είχαν συστήσει φίλοι. Είχαν δίκαιο. Δε θα φύγετε από το Μπατσί, αν δε δοκιμάσετε βάφλα. Πού ε? Δε θυμάμαι το όνομα, αλλά ένα μαγαζί υπάρχει εκεί που φτιάχνει βάφλες και κρέπες (είπαμε η νυχτερινή ζωή δε φημίζεται για την ποικιλία της). Η θέα είναι υπέροχη καθώς είναι στο πιο ψηλό σημείο του χωριού και η γεύση μοναδική: βάφλα με μερέντα, δύο μπάλες παγωτού και τριμμένο μπισκότο. Το καλύτερο υπνωτικό για ύπνο από τις 10, αν θέλεις να ξεχάσεις ότι κάτω των 40 δε κυκλοφορεί ψυχή.

Την επόμενη μέρα μετά από ένα δροσιστικό μπανάκι στις 7 το πρωί πήραμε το δρόμο για τη Χώρα. Είχαμε μεγαλεπίβολα σχέδια, τουλάχιστον οι δυο από τις τρεις. Η Ντίνα και εγώ αποφασίσαμε να επισκεφτούμε τις έξι πιο απομακρυσμένες παραλίες του νησιού που τις είχαμε δει σε φωτογραφίες και τις ερωτευτήκαμε, ενώ θα πηγαίναμε στα Αποίκια, ένα παραδοσιακό οικισμό κοντά στη χώρα, σε δυο από τις πηγές της τουλάχιστον, και μετά στη Χώρα ώστε να την περπατήσουμε και να δούμε την έκθεση ζωγραφικής στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης. Τέτοιος προγραμματισμός, τέτοια οργάνωση και τέτοιο τρελό κέφι! Όπως γίνεται αντιληπτό αυτό που δεν είχαμε σκεφτεί είναι ότι η ημέρα έχει μόνο 24 ώρες. Ευτυχώς που υπάρχει και η πραγματικότητα για να σε προσγειώσει. Το σημείο κλειδί για να καταρρεύσει αυτός ο απίστευτος προγραμματισμός ήταν η ανάβαση μας προς την πρώτη πηγή κοντά στα Αποίκια, στην Πυθάρα. Ζέστη, σαύρες, ενίοτε φίδια και πουθενά νερό να τρέχει γάργαρο ώστε οι φωτογραφικές μηχανές να «ανάψουν». Μετά από 45 λεπτά περπάτημα! μέσα στη ζέστη μόνο ένα ρυάκι είδαμε, αντί για τον καταρράκτη της φωτογραφίας. Τι απογοήτευση, οϊμέ! Πως θα την ξεπεράσουμε; Με μια επάνοδο στον πολιτισμό. Δε μας πάει εμάς η φυσιολατρεία, όμως εσείς να το τολμήσετε. Η διαδρομή απο τη Χώρα στα Αποίκια είναι μαγευτική και φυσικά μπορείτε εκεί να επισκεφτείτε και το χωριό Μένητες με τις πηγές του. Αν κάποιος δε θέλει να επιστρέψει στη Χώρα, αλλά επιθυμεί να γυρίσει στο Μπατσί αξίζει να συνεχίσει τη διαδρομή από τα Αποίκια προς το βουνό και να διασχίσει τα εσωτερικά χωριά της Άνδρου (Βουρκωτή, Αρνάς, Ρέματα).

Όσον αφορά τη Χώρα της Άνδρου ο χαρακτηρισμός που μπορώ να της αποδώσω είναι καλλιτεχνική. Είναι μια καλλιτεχνική αρχόντισσα. Αφήνεις το αυτοκίνητο λίγο έξω από τον οικισμό και προχωράς στο πολύβουο ασπροασβεστωμένο πλακόστρωτο. Η πλατεία έχει ένα μεγάλο πλάτανο που ακριβώς από κάτω του είναι διατεταγμένες όλες οι καφετέριες, τα ουζάδικα και τα ζαχαροπλαστεία (δοκιμάστε και αγοράστε τα αμυγδαλωτά, παραδοσιακά καλτσούνια και το γλυκό κουταλιού φράουλα) Αριστερά και δεξιά υπάρχουν σκαλάκια που σε οδηγούν στις δυο παραλίες της χώρας. Στο Νημποριό και στο Παραπόρτι (αυτό να επιλέξετε, απλά υπέροχο). Αν όμως προχωρήσεις ευθεία θα βρεθείς μπροστά στα αρχοντόσπιτα του νησιού – μεσαιωνικά και νεοκλασικά κτίρια, αλλά και λαϊκά νησιώτικα σπίτια, δρόμοι στρωμένοι με μαύρο μάρμαρο – και στα μουσεία της : αρχαιολογικό Μουσείο, το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, το Ναυτικό Μουσείο, το Μουσείο Παραδοσιακών Τεχνών και Βυζαντινών Εικόνων, το Ίδρυμα Πέτρου και της Μαρίκας Κυδωνιέως, την Καΐριο Βιβλιοθήκη.

Εμείς επισκεφτήκαμε το αγαπημένο μου, το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Ακόμα και αν σε κάποιον δεν αρέσει η τέχνη, ας μη το θεωρήσει χάσιμο χρόνου. Το μάτι του και η ψυχή του θα γεμίσει ομορφιά και αν βρίσκεται εκεί στις 12 το πρωί θα γεμίσει και το μυαλό του γνώσεις καθώς θα λάβει μέρος σε μια υπέροχη ξενάγηση που κάνουν οι άνθρωποι του μουσείου σχετικά με τον καλλιτέχνη που παρουσιάζουν εκείνη την περίοδο. Αξίζει, λοιπόν, φέτος να δείτε τον Andre Masson μέχρι τις 30 Σεπτέμβρη.

Το περπάτημα μέσα στη Χώρα τους άνοιξε την όρεξη και τα κορίτσια ήθελαν κρέπες. Ο πλάτανος ήταν ιδανικός, οι κρέπες τέλειες για αυτό και μας βρήκε εκεί το απόγευμα. Μέχρι εκείνη τη στιγμή το πρόγραμμα είχε διαλυθεί στο μεγαλύτερο μέρος του. Η Ντίνα πίστευε όμως ότι μπορούσαμε να το σώσουμε ακόμα. Ονειρευόταν τις 6 μοναδικές παραλίες (Άχλα, Βιτάλι, Βόρη, Χαλκολιμνιώνας, Συνέτι, Ζόρκος).

Ξεκινήσαμε για την πρώτη και πιο κοντινή προς εμάς, την Άχλα. Αυτό που τραβήξαμε δε θα το ξεχάσω. Εκτός του μισάωρου που κάναμε να φτάσουμε στο χωριό από όπου ξεκινά ο δρόμος για την παραλία, κάναμε άλλα 30 λεπτά ράλι σε χωματόδρομο όπου ήταν κατηφορικός με στυλ που θα μας ζήλευε ο Sebastien Loeb (Παιδιά, προτιμήστε Matiz, οδηγείται και σαν τζιπ. Εμείς ξέρουμε). Τελικά φτάσαμε μπροστά σε ένα θέαμα ονειρικό με τον ήλιο σιγά-σιγά να δύει και εμείς να κολυμπάμε σε μια από τις ομορφότερες παραλίες της Ελλάδας. Αυτή την εμπειρία δεν μπορώ να την ξεχάσω και ελπίζω να την επαναλάβω σύντομα. Φυσικά ήταν και η μοναδική παραλία από τις έξι που επισκεφτήκαμε γιατί η διαδρομή μας είχε εξαντλήσει.

Το βράδυ μας βρήκε στη Χώρα να απολαμβάνουμε τα ουζερί της και τη νυχτερινή ζωή της. Δυστυχώς, δε συγκράτησα ονόματα μαγαζιών για να προτείνω, αλλά η Χώρα έχει τόσο όμορφα σημεία που όπου και αν καθήσεις την απολαμβάνεις. Νομίζω ότι την επόμενη φορά θα προτιμήσω να νοικιάσω μέσα στη Χώρα, σε ένα από τα αρχοντικά της. Η επόμενη και τελευταία μέρα στο νησί μας βρήκε να παίρνουμε πρωινό κατά τις 12 με βάφλες έτσι για να τις τιμήσουμε την τελευταία μέρα στο νησί (δεν αλλάξαμε ούτε μέρος ούτε καν παραγγελία. Ναι, οι αθεόφοβες, παραγγείλαμε εκείνες με τη μερέντα, δυο μπάλες παγωτό και τριμμένο μπισκότο. Η επανάληψη μήτηρ πάσης λαιμαργίας) και μετά βουρ για τον Αγ. Πέτρο. Θέλαμε να απολαύσουμε τη χλιδή της ομπρέλας και της ξαπλώστρας μετά την ταλαιπωρία της απόμερης και ανοργάνωτης παραλίας. Πολύ διαφορετικά φυσικά, αλλά το ίδιο κατακάθαρα νερά. Τι άνεση, τι οργάνωση και τι ωραία κορμιά. Έχει για όλα τα γούστα και για όλα τα φύλα.

Μετά από ένα τόσο χορταστικό 2,5ήμερο έφτασε η ώρα της αναχώρησης. Δε στεναχωρήθηκα καθόλου. Ήμουν πλήρης και αισθάνομαι πανέμορφα και τώρα που σας μεταφέρω τις εμπειρίες μου. Προτιμήστε τη, θα διασκεδάσετε ό,τι στυλ διακοπών και αν επιθυμείτε.