Μια βραδιά στο… Χοχλιδάκι

Η μεγάλη επέτειος πλησίαζε και έπρεπε να αποφασίσω. Καλέ, όχι του Πολυτεχνείου (δε λέω και αυτή σπουδαία είναι) αλλά της σχέσης μου με το Γιώργο. Ενάμισης χρόνος μαζί. Δεν απαιτούσε ένα σπουδαίο εορτασμό; Πήρα λοιπόν την απόφαση πάνω μου και ανάμεσα στις τρεις επιλογές που είχα, όλες άγνωστες αλλά κοντινές (δες Χαλάνδρι), διάλεξα την απόλυτη μετριότητα. Και αν κάτι με ενοχλεί υπερβολικά στη ζωή μου είναι η μετριότητα και εκεί πήγα και έπεσα.

Χοχλιδάκι Η μεγάλη επέτειος πλησίαζε και έπρεπε να αποφασίσω. Καλέ, όχι του Πολυτεχνείου (δε λέω και αυτή σπουδαία είναι) αλλά της σχέσης μου με το Γιώργο. Ενάμισης χρόνος μαζί. Δεν απαιτούσε ένα σπουδαίο εορτασμό; Και φυσικά όταν προγραμματίζεις ένα γεγονός εδώ και καιρό… ποτέ δεν πετυχαίνει έτσι όπως θα το ήθελες. Το ίδιο συνέβει και τώρα. Οι φιλοδοξίες μου να κλείσω εστιατόριο στην παραλιακή εξανεμίστηκαν γρήγορα λόγω του ότι μέχρι να αποφασίσω ποιο ήθελα δεν είχε τραπέζι. Μετά έλεγα για κάτι πιο απλό, αλλά δοκιμασμένα επιτυχημένο: Vincenzzo, ένα υπέροχο ιταλικό εστιατόριο στη Γλυφάδα που πάντα επιβεβαιώνει με το φαγητό του και την εξυπηρέτηση του την προτίμηση που του έχουμε. Έχω γράψει για αυτό; Δεν θυμάμαι. Αν όχι, γρήγορα θα έρθει μια διθυραμβική κριτική. Λοιπόν το όνειρο και για αυτό μας τελείωσε γρήγορα. Ας όψονται οι διαδηλωτές που είχαν κλείσει τους περισσότερους δρόμους και οι υπόλοιποι είχαν μπλοκάρει απο αυτούς που ήθελαν να το γλεντήσουν Παρασκευή βράδυ. Δεν έλεγε να περάσουμε το μισό βράδυ μας στο δρόμο βλαστημώντας την ώρα και τη στιγμή που το αποφασίσαμε.

Έτσι πήρα την απόφαση πάνω μου και ανάμεσα στις τρεις επιλογές που είχα, όλες άγνωστες αλλά κοντινές (δες Χαλάνδρι), διάλεξα την απόλυτη μετριότητα. Μη ρωτήσετε για τις άλλες δυο. Θα πάμε στις επόμενες επετείους και θα γράψουμε. Αλλά χειρότερη μετριότητα από αυτή που πήγαμε αποκλείεται να είναι. Μπορεί να είναι χάλια το φαγητό, άθλιο το περιβάλλον, αλλά μέτριο δεν υπάρχει περίπτωση. Και αν κάτι με ενοχλεί υπερβολικά στη ζωή μου είναι η μετριότητα και εκεί πήγα και έπεσα. Αποφασίσαμε, δηλαδή αποφάσισα, να πάμε σε ένα γνωστό μεζεδοπωλείο του Χαλανδρίου, το “Χοχλιδάκι”, που ήθελα να πάω εδώ και χρόνια, άλλα δεν είχε τύχει. Αφού, λοιπόν, κι ο Γιώργος δεν είχε ιδέα τι σήμαινε Χοχλιδάκι, ορμήσαμε. “Ωραίο, δεν είναι γλυκέ μου;” του λέω μόλις φτάνουμε απ’ έξω. Μου φάνηκε ωραία διακοσμημένη η μονοκατοικία, έτσι όπως την είδα. “Κάτσε και θα δούμε” μου λέει αυτός γιατί πήγαμε και χωρίς να έχουμε κλείσει τραπέζι. Τελοσπάντων, με τα πολλά μας βρήκαν ένα τραπέζι που δεν ήταν και το καλύτερο του μαγαζιού, άλλα ούτε και το χειρότερο. Αλλά είπαμε, δεν γκρινιάζουμε, επέτειο είχαμε.

Το κέρασμα του μαγαζιού που ήταν τσικουδιά με στραγάλια σε προδιέθετε θετικά για τη συνέχεια, ενώ ο κατάλογος με έπεισε ότι θα φάμε καλά. Βλέπεις από τη μια η επέτειος που με έκανε να τα βλέπω όλα θετικά, από την άλλη η πείνα μου, καθώς δεν είχα φάει όλη την ημέρα, που με έκανε να τα βλέπω όλα γευστικά είπα να παραβλέψω ακόμα και τις τιμές της σαλάτας που ήταν φωτιά και λαύρα. Οι τιμές στις σαλάτες, πλέον, είναι το πρώτο πράγμα που κοιτάω στον κατάλογο ενός εστιατορίου. Επειδή έχουν ξεφύγει, κυρίως ως προς αυτό το πιάτο, κάνω κέφι να κοιτάω ποιος έχει την ακριβότερη, να τους κάνω ολόκληρη ανάκριση για το τι βάζουν μέσα και φυσικά να μην παραγγέλνω. Κάνω λοιπόν τη ψυχή μου πετρά και λέω: “Δεν παραγγέλνουμε αγάπη μου μια σαλάτα κρητική;” Σκέφτομαι, δεν υπάρχει περίπτωση θα με σταματήσει και δε θα μου πει με αποφασιστικό ύφος: “Σύνελθε, γλυκιά μου, 7 Ευρώ σαλάτα; Την τρώμε και στο σπίτι μας. Ας πάρουμε κάτι άλλο”. Αλλά είπαμε ένεκα η επέτειος τον είχαν πιάσει οι καλοσύνες του και η μόνιμη απάντηση σε ότι ρώταγα ήταν: “Ότι θέλεις εσύ γλυκιά μου, εγώ θα το φάω”. Δεν του χρειαζόταν λοιπόν να αρχίσω να παραγγέλνω ότι σιχαίνεται να σου πω εγώ τι θα έτρωγε; Αλλά είπαμε. Να μην τα επαναλαμβάνουμε. Το σιρόπι χθες περίσσευε και από τους δυο.

Έτσι λοιπόν αφού είχα επιλέξει το μαγαζί, επέλεξα και το μενού, το οποίο φαινόταν πλούσιο και ποικίλλο. Αν και είχε και θαλασσινά, φυσικά κατεψυγμένα, μου φάνηκαν πιο ενδιαφέροντα τα κρεατικά που ήταν μαγειρεμένα με περισσότερους τρόπους. Έτσι, λοιπόν, για ορεκτικά παρήγγειλα μια λαδένια Κιμώλου, έντονα επηρεασμένη από τη λαδένια Κιμώλου που είχαμε φάει σε ένα εστιατόριο στην Καλαμάτα, η οποία εκτός από υπέροχα σερβιρισμένη, ήταν αρωματισμένη από τα υπέροχα προϊόντα της Καλαμάτας. Επίσης, κολοκυθάκια τηγανιτά, μια κασερόπιτα σε πήλινο και για κύρια πιάτα, όπως νομίσαμε, μοσχαράκι στη γάστρα με αρωματικά βότανα και πατάτες και ένα γιαουρτλού κεμπάπ. Το συνοδεύσαμε με μισό κιλό κρασί κόκκινο χύμα, αν και όποιος ενδιαφέρεται υπάρχει και κάβα κόκκινου και λευκού, χωρίς όμως μεγάλη ποικιλία από 18 μέχρι 23 ευρώ.

Ήρθε πρώτα η σαλάτα σε ένα πιάτο αρκετά μικρό, με τρία φύλλα μαρουλιού, μισή ντομάτα ψιλοκομμένη, ανθότυρο, πρέπει να είχε δύο φύλλα το πολύ από σταμναγκάθι, αρκετό κρεμμύδι, που τι σχέση είχε με αυτή την κρητική σαλάτα δεν κατάλαβα, και φυσικά το γνωστό, πλέον, μπαλσάμικο, που ταιριάζει δεν ταιριάζει εμείς το πετάμε μέσα και όποιον πάρει ο χάρος. Εκεί άρχισε να στραβομουτσουνιάζει και ο Γιώργος. Όχι πολύ, αλλά πέταξε ένα “αδιάφορη σαλάτα” ενώ εγώ την εκθείαζα για να δω πως θα αντιδράσει. Ευτυχώς, ο έρωτας δεν είχε πειράξει ζωτικά σημεία του εγκεφάλου του. Δεύτερο έρχεται το μεγάλο κλου της βραδιάς, όπου από εκεί και πέρα τα πήραμε όλα πιο χάλαρα. Ξέραμε ότι το μαγαζί ήταν μια μεγάλη αποτυχία μου. Δεν το είπαμε φυσικά, γιατί τι λέμε τόση ώρα; Ένεκα η επέτειος, αλλά καταλάβαμε ότι δεν θα δηλητηριαστούμε, αλλά δε θα φάμε και τίποτα αξιόλογο.

Λοιπόν, ήρθε η λαδένια Κιμώλου, η οποία κατά αυτούς ήταν ένα κομμάτι πίτσα με τυρί και ντομάτα. Το κοίταγα, το ξανακοίταγα και σκεφτόμουνα γιατί να μην έχω επιλέξει την πιτσαρία της γειτονιάς μας που φτιάχνει τόσο ωραία πίτσα και ζυμαρικά, θα είχαμε καθήσει αγκαλιά στο σαλόνι μας και στο τέλος θα τρώγαμε και τις εξαίσιες τάρτες που μας είχε φέρει ο Σάκης (φίλος του Γιώργου) από το Fresh. Αχ τι κεφάλαιο ανοίγω! Τάρτες από το Fresh! Το κλείνω γρήγορα και υπόσχομαι να γράψω σύντομα για αυτό. Αλήθεια έχετε προσέξει ότι κανείς δεν γράφει κριτικές για deliverάδικα – πιτσαρίες, σουβλατζίδικα, κινέζικα και ό,τι άλλο υπάρχει – καθώς και για ζαχαροπλαστεία; Ενώ σε ένα εστιατόριο θα πάμε 1-2 φορές το μήνα, από αυτά παίρνουμε φαγητό και γλυκά πιο συχνά. Α, πρέπει να συνασπιστούμε και να ξεκινήσουμε ανταλλαγή γευσιγνωστικών κριτικών. Όλοι οι πιστοί λιχούδηδες ενωθείτε! Ξέρω κάνω μεγάλες παρενθέσεις αλλά έτσι όπως μου έρχονται όλες οι καλές ιδέες τι να κάνω; Λοιπόν επιστρέφω σε εκείνο το ψιλοαδιάφορο εστιατόριο για το οποίο έγραφα. Α, στη λαδένια ήμουν. Τι να πω τώρα; Νομίζω ότι όποιος ξέρει από λαδένια άλλα και όποιος δεν ξέρει πάλι καταλαβαίνει. Πίτσα παγωμένη που είχε ζεσταθεί στο μικροκυμάτων. Υπέροχα αδιάφορη λαστιχένια γεύση!

Από εκεί και μετά ήρθαν σχεδόν όλα τα πιάτα μαζί. Εκεί που γέλασα ήταν στο γιαουρτλού. Υπήρχε ένα τεράστιο πιάτο με τέσσερα σουτζούκια, μια κουταλίτσα σάλτσα έτοιμη, εννοώ από αυτές που πουλάνε στα σουπερ μάρκετ και – αν το πιστεύετε – δυο κουταλιές (του γλυκού) γιαούρτι και μισή πίτα, μισή όμως, σας παρακαλώ προσέξτε το, κομμένη σε τριγωνάκια. Αυτό ήταν κυρίως πιάτο, το οποίο το πλήρωνες 8 ευρώ.

Η κασσερόπιτα θα ήταν υποφερτή αν δεν κολύμπαγε στο βούτυρο. Δεν είχαν βάλει μόνο βούτυρο, αλλά είχαν επιλέξει και κασέρι, το οποίο ήταν πολύ λιπαρό και όπως καταλαβαίνετε απλά το βούτυρο “ξεχείλιζε” πάνω από κάθε γεύση.

Και ερχόμαστε στο πιάτο για το οποίο είχα τις μεγαλύτερες προσδοκίες. Το μοσχαράκι στη γάστρα. Ήταν πολύ καλά ψημένο, έλιωνε στο στόμα σου, αλλά δεν άφηνε καθόλου να φανεί η μυρωδιά των μυρωδικών που παρόλο που τα έβλεπες να “κυκλοφορούν” στη σάλτσα δεν τα γευόσουνα. Νομίζω ότι το τυρί που είχαν βάλει από πάνω δεν χρειαζόταν γιατί κάλυπτε τις άλλες μυρωδιές, ενώ η μερίδα σίγουρα δεν ήταν για κύριο πιάτο και όχι για τα 8 ευρώ (7,70 για την ακρίβεια) που κόστιζε. Φυσικά και μόλις είχε βγει από το φούρνο μικροκυμάτων. Θα μου πεις τώρα γκρινιάζεις. Ναι, γκρινιάζω για τη σχέση ποιότητας, ποσότητας και τιμής.

Το μόνο αξιοπρεπές πιάτο για αυτό που κόστιζε (3,40 ευρώ) ήταν τα τηγανιτά κολοκυθάκια, τα οποία μόλις είχαν βγει από το τηγάνι, δεν έσταζαν λάδι και ήταν καλοψημένα. Αλλά να πληρώσω 45,60 ευρώ για δυο άτομα και να πω καλή κουβέντα για τα τηγανιτά κολοκυθάκια που τα φτιάχνω καλύτερα και τα σερβίρω πάντα με μια υπέροχη σάλτσα γιαουρτιού ενώ εκεί δεν είχαν τίποτα συνοδευτικό; Αυτό πάει πολύ. Δεν είπα τίποτα για το κρασί. Δεν είπα γιατί δεν υπάρχει τίποτα να πω. Ένα κρασί που δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο. Έστω να πεις και κάτι άσχημο. Αδιάφορο.

Δεν υπήρχε τίποτε άσχημο σε αυτό το μεζεδοπωλείο, που να είναι εμφανές. Δεν υπήρχαν σερβιτόροι αγενείς, δεν υπήρχε μια κακόγουστη διακόσμηση, δεν υπήρχε έλλειψη ποικιλίας στο μενού, δεν υπήρχαν πιάτα κακομαγειρεμένα, μόνο ξαναζεσταμένα (πάντα αναφέρομαι σε αυτά που δοκιμάσαμε), αλλά υπήρχε μια αδιαφορία ως προς τον τρόπο που ήταν μαγειρεμένα τα φαγητά, χωρίς καμία πρωτοτυπία, χωρίς να έχουν να προτείνουν κάτι το διαφορετικό και με μια βιασύνη ως προς το σερβίρισμα. Άντε να τελειώσεις να φύγεις. Τα πιάτα σου τα παίρνουν προτού τελειώσεις. Όταν ολοκληρώσαμε δεν προλάβαμε να μιλήσουμε λίγο και ήρθαν να μας ρωτήσουν για γλυκό και όταν αρνηθήκαμε έφεραν το λογαριασμό. Φαινόταν έντονα η προσπάθεια τους να αδειάσεις το τραπέζι όσο το δυνατόν γρηγορότερα γιατί περίμεναν και άλλους.

Μια παγωμάρα συνοδεύσε αυτή την έξοδο μας, ευτυχώς όχι από εμάς. Μεγάλη σημασία για μια πετυχημένη έξοδο, πάντα όσον αφορά το γευσιγνωστικό κομμάτι, παίζει και πως είσαι την επόμενη μέρα. Έχεις χωνέψει το φαγητό ή σου κάθεται στο στομάχι; Πρέπει να πω ότι, επειδή αυτή την κριτική την γράφω την επόμενη μέρα το πρωί γύρω στις 9 ενώ φάγαμε στις 8 το βράδυ, μπορώ να εκφράσω άποψη. Το φαγητό έχει καθήσει στο στομάχι μας, πράγμα που δείχνει ότι ήταν μαγειρεμένο με βαριά υλικά που το ένα δεν ταίριαζε σε πολλές περιπτώσεις με το άλλο. Δεν μπορώ να κατηγορήσω τις “πλούσιες” μερίδες για αυτό γιατί σας εξήγησα ότι οι άνθρωποι έχουν ως πολιτική τους να μη σε βαρυστομαχιάζουν όταν τρως, αλλά, μάλλον, την επόμενη μέρα.

Είναι βέβαιο ότι δε θα επισκεφτούμε ξανά αυτό το μεζεδοπωλείο, αλλά θα ήταν ενδιαφέρον να διάβαζα και τι λέτε όσοι το έχετε επισκεφθεί ή μπορεί να το επισκεφτείτε. Μην το κάνετε πάντως σε επετείους. Είθε ένα καλό Σαββατοκύριακο να σας συνοδεύει και μακριά από αδιάφορα εστιατόρια. Τσιζζζζζ, βαρυστομαχιάζουν.

Σπίθας

Χοχλιδάκι
Λεωφόρος Πεντέλης 41, Χαλάνδρι
Τηλ: 2106848043

0 thoughts on “Μια βραδιά στο… Χοχλιδάκι”

  1. Παντως αν ηξερα οτι ειχατε επετειο τοτε θα σας έφερνα τουρτα απο fresh!!!
    Τις ευχες μου για πολλες επετείους!!

    P.S. …και αν θελετε τα γλυκα απο μένα

    Φιλιά και στους δυο

  2. Αυτο που μου εχει μειναι απο αυτο το εστιατοριο ειναι η μεγαλη ποικιλια ουζων….Γενικα εχει καλες κριτικες..το προτεινω χωρις πολλα σχολια.

  3. Δεν ξέρω για του Χαλανδρίου, αλλά εγώ πήγα στο Χοχλιδάκι στο Νέο Ψυχικό το οποίο ήταν καταπληκτικό! Πολύ όμορφος χώρος, καλό σέρβις, πολύ νόστιμοι μεζέδες, ωραίο ποτό μαστίχα και καλές τιμές. Το πρότεινω ανεπιφύλακτα! Φυσικά θα ξαναπάω!!! Από τα καλύτερα ταβερνάκια (ή μεζεδοπωλεία) που έχω πάει.

  4. ekleise to xoxlidaki sto xalandri?pote?
    anw egw opote phgaina efeyga katenthousiasmenh, dn katalabainw to logo pou eisaste toso ksinh…vevaia exw kapoio kairo na paw alla poso pia na allakse?:)

  5. Παιδιά, το αρχικό άρθρο γράφτηκε το 2006. Τότε λοιπόν που πήγαμε εμείς, το μαγαζί δε μας άρεσε. Αν εσείς πήγατε μετά από 2-3 χρόνια και σας φάνηκε υπέροχο, μπορεί να έχετε απόλυτο δίκιο. Πολλά πράγματα αλλάζουν μέσα σε 3 χρόνια. Ας το έχετε αυτό υπ’ όψη σας.
    🙂

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *